Text Size

Ελληνικές δημοσιεύσεις

Oστεοπορωτικα Καταγματα

Η οστεοπόρωση αποτελεί την πιο συχνή μεταβολική νόσο των οστών. Χαρακτηρίζεται από το τρίπτυχο της ελάττωσης της οστικής μάζας, τη διαταραχή της μικροαρχιτεκτονικής του οστού και κατά συνέπεια τη μειωμένη αντοχή του οστού και την αυξημένη συχνότητα ...

Οστικές μεταστάσεις

Στην εργασία αυτή ανασκοπούνται οι σύγχρονες μέθοδοι διαγνωστικής και θεραπευτικής προσέγγισης των οστικών μεταστάσεων. Οι οστικές μεταστάσεις αποτελούν συχνή καταστρεπτική βλάβη των οστών. Οι συνέπειές τους είναι σοβαρές τόσο για ...

Ρηξη Π.Χ.Σ.

Ο πρόσθιος χιαστός σύνδεσμος είναι ο σύνδεσμος του γόνατος ο οποίος υφίσταται συχνότερατραυματισμό1,2. Η συχνότητα της κάκωσης αυτής αυξάνεται συνεχώς, με τη συμμετοχή όλο και περισσoτέρων ατόμων στον επαγγελματικό ή ...

News Image

Oστεοπορωτικα Καταγματα

Η οστεοπόρωση αποτελεί την πιο συχνή μεταβολική νόσο των οστών. Χαρακτηρίζεται από το τρίπτυχο της ε...

News Image

Οστικές μεταστάσεις

Στην εργασία αυτή ανασκοπούνται οι σύγχρονες μέθοδοι διαγνωστικής και θεραπευτικής προσέγγισης των ο...

News Image

Ρηξη Π.Χ.Σ.

Ο πρόσθιος χιαστός σύνδεσμος είναι ο σύνδεσμος του γόνατος ο οποίος υφίσταται συχνότερατραυματισμό1,...

Κακώσεις χιαστού

Ελληνικές Δημοσιεύσεις - Info orthopaedics and traumatology

Article Index
Κακώσεις χιαστού συνδέσμου
Ανταγωνισμός
Άλλοι παράγοντες
Βιβλιογραφία
All Pages

 

 Α­ΝΤΩΝΙΟΣ ΑΓΓΟΥΛΕΣ 1, ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΤΟΥΛΗΣ 2, ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΙΧΟΣ1 1Δ΄ Ορθοπαιδικό Τμήμα ΠΓΝ «Α­σκληπιείο Βούλας» 2Νοσοκομείο «Υγεία »

Αι­τιο­λο­γί­α & πρόλη­ψη των κα­κώ­σε­ων του πρό­σθιου χια­στού συνδέσμου

Οι ρήξεις του προσθίου χιαστού συνδέσμου (ΠΧΣ) είναι συχνές κακώσεις του γόνατος, οι οποίες αφορούν κυρίως άτομα νεαρής ηλικίας με αυξημένη δραστηριότητα. Το κοινωνικοοικονομικό κόστος που προκαλεί η αντιμετώπιση και αποκατάσταση των κακώσεων του ΠΧΣ είναι μεγάλο. Για τους λόγους αυτούς η πρόληψη των κακώσεων του συνδέσμου θεωρείται επιβεβλημένη. Στην εργασία αυτή αναλύονται οι παράγοντες κινδύνου κάκωσης του συνδέσμου και επιχειρείται η κατανόηση των ενδογενών και εξωγενών μηχανισμών τους. Προσεγγίζονται οι τρόποι παρέμβασης στους μηχανισμούς εκείνους στους οποίους οι κατάλληλες προσαρμογές θα συνεισφέρουν στη μείωση της συχνότητας των τραυματισμών του ΠΧΣ.
Εισα­γω­γή

   Ο πρόσθιος χιαστός σύνδεσμος είναι ο σύνδεσμος του γόνατος ο οποίος υφίσταται συχνότερα τραυματισμό 1,2. Η συχνότητα της κάκωσης αυτής αυξάνεται συνεχώς, με τη συμμετοχή όλο και περισσότερων ατόμων στον επαγγελματικό ή ερασιτεχνικό αθλητισμό 3,4. Στις ΗΠΑ οι κακώσεις του συνδέσμου αυτού αφορούν 1/3000 άτομα του γενικού πληθυσμού κάθε χρόνο, ενώ η συχνότητα τραυματισμού του συνδέσμου αυτού είναι ακόμη μεγαλύτερη στις νεότερες ηλικίες. Συγκεκριμένα στις ηλικίες μεταξύ των 15 και 45 ετών, όπου αντιπροσωπεύονται και τα άτομα με τη μεγαλύτερη συμμετοχή σε αθλητικές δραστηριότητες, η συχνότητα του τραυματισμού του ΠΧΣ υπολογίζεται σε 1/17505. Ο πρόσθιος χιαστός σύνδεσμος έχει ως κύρια λειτουργία την παρεμπόδιση της πρόσθιας μετατόπισης της κνήμης σε σχέση με το μηρό στις δραστηριότητες ανοικτής κινητικής αλυσίδας και επίσης τον περιορισμό της οπίσθιας μετατόπισης του μηριαίου όταν η κνήμη είναι ακινητοποιημένη, όπως στις δραστηριότητες της κλειστής κινητικής αλυσίδας 6. Συγχρόνως αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την εξασφάλιση της φυσιολογικής κινητικότητας του γόνατος, αφού συνεισφέρει τόσο στη στατική όσο και στη δυναμική σταθερότητα της άρθρωσης 7,8,9,10. H οξεία ρήξη του ΠΧΣ είναι μια συχνή κάκωση τόσο σε αθλητές όσο και σε μη ασκούμενους, που έχει ως αποτέλεσμα τη μηχανική αστάθεια και την τελική έκπτωση της λειτουργικότητας του γόνατος 11. Ο τραυματισμός του συνδέσμου αυτού και η αποκατάστασή του έχει ως συνέπεια την απώλεια σημαντικού αριθμού εργατοωρών και την επιβάρυνση του συστήματος υγείας με μεγάλα ποσά. Στις ΗΠΑ υπολογίζεται ότι η αποκατάσταση μόνο των 50.000 ρήξεων του ΠΧΣ κοστίζει περί το 1 δισεκατομμύριο δολάρια 6. Στο ποσό αυτό δε συμπεριλαμβάνεται το κόστος από τη συντηρητική αντιμετώπιση των τραυματισμών αυτών, τη μετεγχειρητική αποκατάσταση, τις μετεγχειρητικές επιπλοκές ή τις συνέπειες σε βάθος χρόνου στην κατάσταση της υγείας του ασθενούς από τους τραυματισμούς αυτούς 5. Για τους λόγους αυτούς γίνεται φανερή η σημασία της πρόληψης των τραυματισμών του συνδέσμου και των αρνητικών συνεπειών τους για τον ασθενή και το κοινωνικό σύνολο.

Κάμψη 'Εκταση :: Ο ΠΧΣ αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την εξασφάλιση της φυσιολογικής κινητικότητας του γόνατος

Εικόνα 1. KάμψηΈκταση :: Ο ΠΧΣ αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την εξασφάλιση της φυσιολογικής κινητικότητας του γόνατος.

Eικόνα 2 :: Μαγνητική τομογραφία γόνατος Ρήξη ΠΧΣ   Eικόνα 3 :: Η χρήση προφυλακτικών ναρθήκων του γόνατος ως μέσου πρόληψης των τραυματισμών του ΠΧΣ δεν έχει τεκμηριωθεί

Εικόνα 2. Μαγνητική τομογραφία γόνατος - Ρήξη ΠΧΣ.

Eικόνα 3. Η χρήση προφυλακτικών ναρθήκων του γόνατος ως μέσου πρόληψης των τραυματισμών του ΠΧΣ δεν έχει τεκμηριωθεί.

Αιτιο­λο­γία

  Περίπου 30% όλων των τραυματισμών του ΠΧΣ είναι αποτέλεσμα άμεσης επαφής με άλλο συμπαίκτη ή αντικείμενο 5. Το υπόλοιπο 70% των κακώσεων δεν οφείλεται στο μηχανισμό αυτό. Οι βασικοί μηχανισμοί των τραυματισμών του ΠΧΣ οι οποίοι δεν είναι αποτέλεσμα άμεσης επαφής παραμένουν αδιευκρίνιστοι. Με μεγαλύτερη συχνότητα τραυματισμών του ΠΧΣ που δεν οφείλονται σε άμεση επαφή εμφανίζεται σε δραστηριότητες όπως η απότομη μείωση της ταχύτητας του αθλητή, η προσγείωση με στροφή πάνω στο κάτω άκρο, οι αδέξιες προσγειώσεις μετά από άλμα και η απώλεια του ελέγχου της κίνησης από τον αθλητή 5. Μια πιθανή εξήγηση αυτών των τραυματισμών αποτελεί το γεγονός ότι έχουν συμβεί αλλαγές στο πρότυπο ενεργοποίησης των μυϊ­κών ομάδων οι οποίες ελέγχουν σε φυσιολογικές συνθήκες την άρθρωση του γόνατος. Έ­τσι ο νευρομυϊ­κός έλεγχος καθίσταται ανεπαρκής και η λανθασμένη ή η καθυστερημένη ενεργοποίηση του νευρικού συστήματος δεν εξασφαλίζει την αποτελεσματική μυϊ­κή προστασία στην άρθρωση 33. Οι πιθανοί παράγοντες κινδύνου για τους τραυματισμούς αυτούς διακρίνονται σε 2 μεγάλες κατηγορίες: τους εξωγενείς και τους ενδογενείς παράγοντες. Ε­ξωγενείς παράγοντες κινδύνου είναι οι περιβαλλοντικοί (εξοπλισμός, υποδήματα, έδαφος), το επίπεδο ανταγωνισμού και το επίπεδο προπόνησης, ενώ οι ενδογενείς παράγοντες μπορεί να είναι ορμονικοί, ανατομικοί (γωνία Q, μέγεθος μεσοκονδυλίου εντομής κ.ά.) και εμβιομηχανικοί (νευρομυϊ­κός έλεγχος, κινητική δεξιότητα, ιδιοδεκτική αισθητικότητα). Α. Εξω­γε­νείς πα­ράγοντες 1. Πε­ριβαλλο­ντικοί παράγοντες Ι. Τύπος υποδήματος Σε προοπτική μελέτη έχει παρατηρηθεί η μεγαλύτερη συχνότητα τραυματισμών του ΠΧΣ σε αθλητές αμερικανικού ποδοσφαίρου που φορούσαν υποδήματα με μεγαλύτερες βεντούζες στην περιφέρεια της σόλας και ένα μικρότερο αριθμό βεντουζών στο εσωτερικό της, σε σχέση με άλλους τύπους υποδημάτων 12. Η μεγαλύτερη στροφική αντίσταση μεταξύ του υποδήματος και του εδάφους πιθανό να εξηγεί τη μεγαλύτερη συχνότητα των τραυματισμών. Τα υποδήματα αυτά εξασφαλίζουν μεγαλύτερη απόδοση, σε βάρος όμως της ασφάλειας, γεγονός που επιβάλλει την ανάλυση των προδιαγραφών που θα εξασφαλίζουν και τους δύο αυτούς παράγοντες 5.

 

ΙΙ. Έδαφος

 Έ­νας ανισόπεδος αγωνιστικός χώρος, όπως ένα γήπεδο με γρασίδι στο οποίο υπάρχουν λακκούβες, προδιαθέτει σε τραυματισμούς του συνδέσμου. Σε μία μελέτη, πολλοί ασθενείς αναφέρουν την προσγείωση ή το βηματισμό κατά τη στιγμή του τραυματισμού 5. Η αδέξια κατά κάποιο τρόπο στάση του άκρου ποδός δεν δίνει περιθώρια κινητοποίησης του μηχανισμού του νευρομυϊκού ελέγχου και ενεργοποίησης των μυϊ­κών εκείνων ομάδων οι οποίες προστατεύουν το σύνδεσμο από τον τραυματισμό. Οι τραυματισμοί του ΠΧΣ οι οποίοι δεν οφείλονται σε επαφή με αντίπαλο ή κάποιο αντικείμενο σύμφωνα με τους Scrantοn και συν. συμβαίνουν πιο συχνά σε ξηρό αγωνιστικό έδαφος 13. Α­ξιοσημείωτη είναι η αναφορά σε δύο μελέτες της μεγαλύτερης επίπτωσης των τραυματισμών στο γόνατο, την ποδοκνημική, τους ισχιοκνημιαίους και γενικά το κάτω άκρο σε αθλητές οι οποίοι αγωνίζονται σε τεχνητό χλοοτάπητα, σε σχέση με αυτούς που συμμετέχουν σε αθλήματα τα οποία λαμβάνουν χώρα σε φυσιολογικό γρασίδι. Το γεγονός αυτό χρήζει περαιτέρω μελέτης 14,15.

ΙΙΙ. Νάρθηκες

 Κατά το τέλος της δεκαετίας του 1970 εισήχθη η χρήση προφυλακτικών ναρθήκων του γόνατος ως μέσου πρόληψης των τραυματισμών της άρθρωσης. Α ν και οι πρώτες μελέτες ανέφεραν τη μείωση των τραυματισμών του γόνατος 16, η έρευνα η οποία ακολούθησε υπέδειξε τα αντίθετα αποτελέσματα 17,18. Το 1984 η Α­μερικανική Α­καδημία Ορθοπαιδικών Χειρουργών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχαν επαρκή δεδομένα που να στηρίζουν τη συνεισφορά των προφυλακτικών ναρθήκων του γόνατος στη μείωση των τραυματισμών της άρθρωσης. Η χρήση των ναρθήκων του γόνατος εξακολουθεί να είναι δημοφιλής από τους ερασιτέχνες και επαγγελματίες αθλητές, χωρίς να υπάρχουν επαρκή βιβλιογραφικά δεδομένα τα οποία να στηρίζουν την ενέργεια αυτή. Υποστηρίζεται ότι η ευεργετική δράση των ναρθήκων εξασφαλίζεται από τη θετική τους επίδραση στην ιδιοδεκτική αισθητικότητα 3, αλλά δε βρέθηκε να επηρεάζουν την ηλεκτρομυογραφική δραστηριότητα, σε σύγκριση με αθλητές οι οποίοι δε χρησιμοποίησαν αυτό τον εξοπλισμό 19. Συμπερασματικά, καμία έως σήμερα μελέτη δεν υποστηρίζει τη μείωση του αριθμού των ρήξεων του ΠΧΣ από τη χρήση ναρθήκων του γόνατος.


 

 

2. Επί­πε­δο α­ντα­γω­νισμού

 Είναι γενικά παραδεκτό ότι η συχνότητα των τραυματισμών είναι μεγαλύτερη κατά τη διάρκεια του αγωνίσματος από ό,τι κατά τη διάρκεια της προπόνησης 20. Σε προοπτική μελέτη των Seil και συν. σε Ευρωπαίους αθλητές χειροσφαίρισης βρέθηκε ότι η συχνότητα τραυματισμού ήταν 24 φορές μεγαλύτερη κατά τη διάρκεια των αγώνων από αυτήν της προπόνησης 21. Πάνω από τους μισούς (54%) των τραυματισμών αυτών καταγράφηκαν. Τα κάτω άκρα και το γόνατο ήταν οι πιο συχνές ανατομικές περιοχές τραυματισμού. Μεγαλύτερη συχνότητα τραυματισμών κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του αγωνίσματος αναφέρεται επίσης σε αθλητές αμερικανικού ποδοσφαίρου22, άνδρες και γυναίκες αθλητές καλαθοσφαίρισης 23, άνδρες ποδοσφαιριστές 24, νεαρούς αθλητές χόκεϊ επί πάγου (17-20 ετών) 25 και σε άνδρες αθλητές πετοσφαίρισης 26. Οι Myklebust και συν.27 κατέγραψαν σε προοπτική μελέτη σε ευρωπαίους επαγγελματίες αθλητές χειροσφαίρισης μεγαλύτερη κατά 30 φορές συχνότητα ρήξεων του ΠΧΣ στη διάρκεια των αγώνων σε σχέση με αυτήν της προπόνησης. Όλοι οι αθλητές υπεβλήθησαν σε ανακατασκευή του συνδέσμου, η ρήξη του οποίου επιβεβαιώθηκε αρθροσκοπικά. Είναι γενικά αποδεκτό ότι η συχνότητα των τραυματισμών είναι μεγαλύτερη κατά τη διάρκεια των αγώνων, γεγονός το οποίο πρέπει να οφείλεται στο ότι οι αθλητές υιοθετούν πιο επιθετική συμπεριφορά κατά τη διάρκεια του ανταγωνισμού και έτσι εκτίθενται σε μεγαλύτερο κίνδυνο τραυματισμού 20.

3. Επίπεδο προπόνη­σης

 Σε σχέση με το επίπεδο προπόνησης δύο μελέτες 28,29 υπέδειξαν ότι οι αθλητές με χαμηλό επίπεδο δεξιοτήτων εμφανίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο τραυματισμού, ενώ σε δύο άλλες αθλητές με υψηλό επίπεδο δεξιοτήτων βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο 30,31. Ε­ντούτοις είναι δύσκολο να συγκριθούν τα αποτελέσματα αυτών των μελετών, αφού ερευνήθηκαν διαφορετικά αθλήματα και ως εκ τούτου πιθανώς χρησιμοποιήθηκαν διαφορετικά κριτήρια κατάταξης των αθλητών. Ε­ξάλλου, οι αθλητές με μικρότερη εξάσκηση των δεξιοτήτων τους είναι λογικό ότι αγωνίζονται λιγότερο χρόνο από ό,τι οι περισσότερο προπονημένοι αθλητές. Έ­τσι αθλητές με χαμηλό επίπεδο προπόνησης και μικρότερη ανάπτυξη δεξιοτήτων φαίνονται να έχουν τον ίδιο αριθμό τραυματισμών με τους αθλητές υψηλών δεξιοτήτων. Καταγράφεται όμως φαινομενικά μικρότερος αριθμός τραυματισμών εξαιτίας της περιορισμένης συμμετοχής τους σε δραστηριότητες που ενέχουν τον κίνδυνο τραυματισμού 20.

Β. Ενδογε­νείς πα­ράγοντες

Εικόνα 7 :: Οι γυναίκες προσγειώνονται με τα γόνατα σε μεγαλύτερη γωνία βλαισότητας από τους άνδρες αθλητές και έτσι υποβάλλουν τον ΠΧΣ σε μεγαλύτερα φορτία    Εικόνα 7 :: Οι γυναίκες προσγειώνονται με τα γόνατα σε μεγαλύτερη γωνία βλαισότητας από τους άνδρες αθλητές και έτσι υποβάλλουν τον ΠΧΣ σε μεγαλύτερα φορτία

Εικόνα 7. Οι γυναίκες προσγειώνονται με τα γόνατα σε μεγαλύτερη γωνία βλαισότητας από τους άνδρες αθλητές και έτσι υποβάλλουν τον ΠΧΣ σε μεγαλύτερα φορτία.

 

1. Ορμο­νικοί πα­ράγοντες

 Η μεγαλύτερη επίπτωση των ρήξεων του ΠΧΣ στις γυναίκες σε σχέση με τους άρρενες συναθλητές τους, ιδιαίτερα στα αθλήματα της καλαθοσφαίρισης και του ποδοσφαίρου, είναι τεκμηριωμένη 32. Οι γυναίκες μάλιστα υφίστανται 2 με 6 φορές συχνότερα τραυματισμούς για το ίδιο άθλημα σε σχέση με τους άντρες. Μία πιθανή εξήγηση του γεγονότος αυτού είναι η επίδραση των οιστρογόνων στους μαλακούς ιστούς 33. Έ­χει αναφερθεί ότι τα οιστρογόνα προκαλούν την ελάττωση της σύνθεσης του κολλαγόνου και του πολλαπλασιασμού των ινοβλαστών 34. Α ς σημειωθεί ότι σε κύτταρα ΠΧΣ έχουν ανευρεθεί ορμονικοί υποδοχείς τόσο για τα οιστρογόνα όσο και για την προγεστερόνη 35. Ε­πιπρόσθετα αναφέρεται ότι τα οιστρογόνα έχουν δυσμενή επίπτωση στις κινητικές δεξιότητες με τη δράση τους στο κεντρικό και περιφερικό νευρικό σύστημα 36. Στη διεθνή βιβλιογραφία ανευρίσκονται 3 μελέτες οι οποίες εξετάζουν τη σχέση μεταξύ της φάσης της εμμήνου ρύσεως και του τραυματισμού του ΠΧΣ. Οι 2 από αυτές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η επίπτωση του τραυματισμού είναι μεγαλύτερη κατά την έναρξη ή κοντά στην έναρξη του κύκλου 27,37. Η τρίτη αναφορά υποστηρίζει ότι υπάρχει μεγαλύτερη συχνότητα τραυματισμού κατά την ωορρηκτική φάση σε γυναίκες οι οποίες δε λαμβάνουν αντισυλληπτικά 38. Με τα μέχρι σήμερα δεδομένα δεν είναι σαφές κατά πόσο η φάση του κύκλου επηρεάζει τη συχνότητα του τραυματισμού του ΠΧΣ. Είναι πιθανόν ότι οι μεταβολές στο επίπεδο των ορμονών επηρεάζουν τις εμβιομηχανικές ιδιότητες του ΠΧΣ και σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες κινδύνου έχουν τελική επίδραση στην ιδιοδεκτική αισθητικότητα, το νευρομυϊ κό έλεγχο και τη μηχανική των φορτίων 20. Α­παιτείται περισσότερη έρευνα ώστε να τεκμηριωθεί η σχέση της φάσης του κύκλου με τη συχνότητα τραυματισμού του συνδέσμου. Ε πί του παρόντος δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία τα οποία να τροποποιούν τη δραστηριότητα ή να υποστηρίζουν τον περιορισμό των αθλητικών δραστηριοτήτων των γυναικών κατά τις διάφορες φάσεις του κύκλου.

2. Ανατομικοί παράγοντες

Εικόνα 4 :: Το σχήμα της μεσοκονδυλίου εντομής επηρεάζει τη συχνότητα των κακώσεων του ΠΧΣ Εικονα 4.Το σχήμα της μεσοκονδυλίου εντομής επηρεάζει τη συχνότητα των κακώσεων του ΠΧΣ.

Ι. Μέγεθος μεσοκονδυλίου εντομής

Η πρόσκρουση του ΠΧΣ στη μεσοκονδύλιο εντομή έχει προταθεί ως πιθανός ανατομικός παράγοντας ο οποίος συνεισφέρει στον τραυματισμό του συνδέσμου. Σύμφωνα με τους Kennedy και συν.39 η μεσοκονδύλιος εντομή σχήματος Α αντί της αναστρόφου U εντομής έχει ως αποτέλεσμα την εφαρμογή των μεγαλύτερων διατμητικών δυνάμεων στο οστό. Σύμφωνα με τους συγγραφείς ο σύνδεσμος προσκρούει στο έσω χείλος του έξω μηριαίου κονδύλου όταν στο γόνατο εφαρμόζονται δυνάμεις βλαισοποίησης. Σε μελέτες σε πτωματικά άκρα ο ΠΧΣ έρχεται σε επαφή με τη μεσοκονδύλιο εντομή όταν το γόνατο είναι σε πλήρη έκταση 40. Η ανάλυση με αξονική τομογραφία ασθενών με αμφοτερόπλευρο τραυματισμό του συνδέσμου από τους Harner και συν.41 έδειξε στενότερη μεσοκονδύλια εντομή στους ασθενείς με τραυματισμό του συνδέσμου, σε σχέση με την ομάδα ελέγχου. Το μικρότερο μέγεθος της μεσοκονδυλίου εντομής έχει υποδειχθεί από τους LaPrade και Barnett42, οι οποίοι μελέτησαν αθλητές με ρήξη του συνδέσμου που συμμετείχαν σε αθλήματα όπως το ποδόσφαιρο, η καλαθοσφαίριση, η πετόσφαιρα, το χόκεϊ επί πάγου κ.λπ. Στενότερη μεσοκονδύλια εντομή αναφέρεται τέλος στην εργασία των Sοuryal και Freeman43 τόσο σε αγόρια όσο και σε κορίτσια τα οποία υπέστησαν τραυματισμούς του ΠΧΣ που δεν οφείλονταν σε επαφή. Αντίθετα δεν καταγράφηκε στατιστικά σημαντική διαφορά στις διαστάσεις της μεσοκονδυλίου εντομής μεταξύ των αθλητών που υπέστησαν τραυματισμό του ΠΧΣ από επαφή και στους μη τραυματισμένους αθλητές. Η βιβλιογραφία σχετικά με τη στένωση της μεσοκονδυλίου εντομής ως προδιαθεσικού παράγοντα ρήξης του ΠΧΣ παρουσιάζει ορισμένους περιορισμούς. Οι ακτινολογικές τεχνικές που χρησιμοποιούνται για τη μέτρηση της μεσοκονδυλίου εντομής διαφέρουν στις διάφορες παραμέτρους τις οποίες λαμβάνουν υπόψη, όπως τη γωνία κάμψης του γόνατος και το σημείο της μέτρησης. Είναι αναμενόμενο η πρόσκρουση του συνδέσμου να γίνεται σε θέση υπερέκτασης. Ε­ντούτοις οι περισσότεροι τραυματισμοί του ΠΧΣ συμβαίνουν με το γόνατο σε μερική κάμψη. Ε­πιπρόσθετα, το σημείο ρήξης του συνδέσμου είναι συχνά πιο κεντρικά από το αναμενόμενο σημείο πρόσκρουσης. Ε­άν επίσης αυτή συνέβαινε από δυνάμεις βλαισοποίησης του γόνατος θα αναμέναμε μεγαλύτερο αριθμό συνοδών κακώσεων του έσω πλαγίου συνδέσμου 43.

 


ΙΙ. Άλλοι ανατομικοί παράγοντες

 Η σχέση μεταξύ κακώσεων ΠΧΣ και διαφόρων ανατομικών χαρακτηριστικών, όπως η πρόσθια κλίση της λεκάνης 44,45, η γωνία Q44,46, ο υπερπρηνισμός του άκρου ποδός44,47,48 και η ανισοσκελία 45,49, έχει γίνει αντικείμενο μελέτης από διάφορους ερευνητές. Στις γυναίκες η μεγαλύτερη πύελος και η μεγαλύτερη κατά μέσο όρο γωνία Q συνεισφέρουν στη ρήξη του συνδέσμου τοποθετώντας το γόνατο σε θέση μεγαλύτερης βλαισότητας ή αλλιώς σε μια πιο ασταθή στάση 33, αν και οι Ηertel και συν.50 προτείνουν ότι η μεγαλύτερη γωνία Q δε συνδυάζεται με αυξημένη συχνότητα ρήξεων του ΠΧΣ. Βασισμένος στις διαφορές της ανατομικής του εκτατικού μηχανισμού μεταξύ των δύο φύλων, ο Nisell51 βρήκε ότι σε γωνία κάμψης <60ο η σύσπαση των τετρακέφαλων ίσου μεγέθους ασκεί μεγαλύτερα φορτία πάνω στον ΠΧΣ στις γυναίκες. Αυτό ίσως εξηγεί τη μεγαλύτερη συχνότητα τραυματισμών σε αυτές. Μεταξύ ανδρών και γυναικών παρατηρούνται ανατομικές διαφορές, όπως είναι η μεγαλύτερη πρόσθια συστροφή του ισχίου, η στροφή της κνήμης και ο πρηνισμός του άκρου ποδός στις τελευταίες 5. Ε­ντούτοις η επίδραση αυτών των ανατομικών διαφορών στα λειτουργικά πρότυπα κίνησης δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως. Η ελαστικότητα (ο συνδυασμός της αρθρικής υπερκινητικότητας και της μυοτενοντώδους καμπτικότητας) είναι μεγαλύτερη στα θήλεα άτομα52. Έ­νας αριθμός μελετών σχετικών με την επίπτωση της μεγαλύτερης ελαστικότητας στον τραυματισμό απέδωσε αντικρουόμενα αποτελέσματα. Ε­πί του παρόντος η σχέση μεταξύ υπερκινητικότητας των αρθρώσεων και τραυματισμών του γόνατος δεν έχει αποσαφηνιστεί 5.

Γ. Εμβιομη­χα­νικοί παράγοντες

1. Νευρο­μυϊ­κός έλεγχος - ιδιοδε­κτική αισθη­τικότη­τα

 Για την εκτέλεση μιας λειτουργικής δραστηριότητας είναι απαραίτητη η λειτουργική σταθερότητα της άρθρωσης. Η σταθερότητα αυτή εξασφαλίζεται τόσο από τους στατικούς όσο και από τους δυναμικούς σταθεροποιητές, με συμμετοχή του καθενός από τους παράγοντες αυτούς σε βαθμό ανάλογο με τη δραστηριότητα που επιτελείται. Η συμμετοχή των δυναμικών σταθεροποιητών εξασφαλίζεται από το νευρομυϊ­κό έλεγχο στους σκελετικούς μυς οι οποίοι διασχίζουν την άρθρωση. Ο όρος νευρομυϊ­κός έλεγχος αναφέρεται στην ακούσια ενεργοποίηση των

Εικόνα 5 :: Η μεγαλύτερη γωνία Q συνδυάζεται με αυξημένη συχνότητα κακώσεων του ΠΧΣ    Εικόνα 6 :: Η σταθερότητα της άρθρωσης του γόνατος εξασφαλίζεται μέσω πολύπλοκων μηχανισμών νευρομυϊ­κού ελέγχου. (Από το: Surgery of the knee, Insall-Scott, 2001)

Εικόνα 5. Η μεγαλύτερη γωνία Q συνδυάζεται με αυξημένη συχνότητα κακώσεων του ΠΧΣ.

Εικόνα 6.  Η σταθερότητα της άρθρωσης του γόνατος εξασφαλίζεται μέσω πολύπλοκων μηχανισμών νευρομυϊ­κού ελέγχου. (Από το: Surgery of the knee, Insall-Scott, 2001)

δυναμικών σταθεροποιητών οι οποίοι περιβάλλουν την άρθρωση ως απάντηση κάποιου ερεθίσματος 5. Η πρόσληψη του ερεθίσματος αυτού γίνεται μέσω του συστήματος της ιδιοδεκτικής αισθητικότητας. Α ν και ο ορισμός της ιδιοδεκτικής αισθητικότητας έχει επιχειρηθεί από πολλά χρόνια πριν, ακόμη και σήμερα δεν υπάρχει ένας καθολικά αποδεκτός ορισμός. Η εισαγωγή του όρου «ιδιοδεκτική αισθητικότητα » στη διεθνή βιβλιογραφία έγινε από τον Sherringtοn το 1906, ο οποίος περιέγραψε έτσι το τελικό αποτέλεσμα της προσαγωγής στο κεντρικό νευρικό σύστημα νευρικών ερεθισμάτων από τους μυς, τους τένοντες, τις αρθρώσεις και τους σε σχέση με αυτά εν τω βάθει ιστούς. Η επεξεργασία των ερεθισμάτων αυτών έχει ως αποτέλεσμα τη ρύθμιση των αντανακλαστικών και το μυϊ­κό έλεγχο 53. Ο ρόλος της ιδιοδεκτικής αισθητικότητας είναι ουσιαστικός στη διατήρηση της λειτουργικής σταθερότητας του γόνατος. Οι κατάλληλες προσαρμογές στη δραστηριοποίηση των μυών μετά από την εξεργασία των ιδιοδεκτικών ερεθισμάτων συμβάλλουν στην κινητοποίηση προφυλακτικών μηχανισμών οι οποίοι προστατεύουν τον ΠΧΣ από τις υπέρμετρες φορτίσεις και τον τραυματισμό 54. Σε μια σειρά μελετών επί 4 έτη σε γυναίκες αθλήτριες ανευρίσκονται σημαντικά διαφορετικά ιδιοδεκτικά χαρακτηριστικά πρότυπα ενεργοποίησης των μυϊ­κών ομάδων και στρατηγικές προσγείωσης μετά από άλμα σε σχέση με άνδρες συναθλητές τους55. Για αυτές τις διαφορές ενοχοποιούνται διαφορετικοί φυσιολογικοί μηχανισμοί. Κινητικές και κινηματικές μελέτες αποκαλύπτουν διαφορές μεταξύ των δύο φύλων κατά την εκτέλεση αθλητικών δραστηριοτήτων όπως απότομη στάση και προσγείωση μετά από άλμα. Οι γυναίκες έχουν την τάση να προσγειώνονται με τα γόνατα και τα ισχία σε θέση μεγαλύτερης έκτασης 55. Με αυτόν τον τρόπο εκθέτουν το σώμα τους σε μεγαλύτερες δυνάμεις σε σχέση με το βάρος τους κατά την προσγείωση στο έδαφος. Οι γυναίκες συγκεκριμένα προσγειώνονται με τα γόνατα σε μεγαλύτερη γωνία βλαισότητος από τους άνδρες αθλητές και έτσι υποβάλλουν τον ΠΧΣ σε μεγαλύτερα φορτία 56. Διαφορές στο πρότυπο προσγείωσης μετά από άλμα παρατηρούνται και στα άτομα με ικανή ανάπτυξη κινητικών δεξιοτήτων σε σχέση με τα απροπόνητα. Τα πρώτα εμφανίζουν αυξημένη πελματιαία κάμψη, κάμψη γόνατος και ισχίου και ενεργοποίηση των μυών τους, γεγονότα τα οποία επιτρέπουν την απορρόφηση των δυνάμεων επαφής σε μεγαλύτερο χρόνο και τη μείωση των φορτίων 57,58,59. Έ­νας λόγος για την αυξημένη δραστηριότητα των τετρακεφάλων είναι η μικρή γωνία κάμψης των ισχίων. Η σύσπαση των τετρακεφάλων μειώνεται καθώς αυξάνεται η κάμψη των ισχίων 60,61. Η τελευταία όπως αναφέρθηκε είναι μικρότερη στις γυναίκες οι οποίες έχουν την τάση να δραστηριοποιούν τους τετρακέφαλους σε μεγαλύτερο βαθμό από τους άνδρες. Έ­τσι ο ΠΧΣ μπορεί να υποστεί ρήξη όταν οι τετρακέφαλοι συσπώνται πλειομετρικά, αφού η δύναμη που ασκείται σε αυτόν είναι μεγαλύτερη της αντοχής του62. Αυτό συμβαίνει πολλές φορές κατά τη ρήξη του ΠΧΣ σε απουσία επαφής. Ο τραυματισμός του συνδέσμου εκτός από τη μικρή γωνία κάμψης του γόνατος οφείλεται και στη μη επαρκή ενεργοποίηση των ισχιοκνημιαίων μυών οι οποίοι ανθίστανται στην πρόσθια μετατόπιση της κνήμης 55. Συμπερασματικά οι γυναίκες τείνουν να δραστηριοποιούν τους τετρακέφαλους πλησίον της πλήρους έκτασης του γόνατος και με μικρή δραστηριοποίηση των ισχιοκνημιαίων. Προσγειώνονται επίσης με μικρότερες γωνίες κάμψης του ισχίου και μεγαλύτερες γωνίες βλαισότητας των γονάτων σε σχέση με τους άνδρες. Ο συνδυασμός αυτών των γεγονότων έχει ως αποτέλεσμα τη μεγαλύτερη επιρρέπεια των γυναικών στους τραυματισμούς του ΠΧΣ55. Πρόλη­ψη Τα προγράμματα πρόληψης των τραυματισμών του ΠΧΣ έχουν επικεντρωθεί στην επανεκπαίδευση του νευρομυϊ κού ελέγχου 33. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 ο Henning ανέπτυξε το πρώτο πρόγραμμα πρόληψης τραυματισμών του ΠΧΣ το οποίο βασιζόταν στο νευρομυϊ κό έλεγχο 5. Το πρόγραμμα αυτό έδινε έμφαση στη διατήρηση της κάμψης του ισχίου και του γόνατος κατά τη διάρκεια των αθλητικών δραστηριοτήτων έτσι ώστε να μειώνονται τα φορτία στον ΠΧΣ. Σημειώθηκε στατιστικά σημαντική μείωση των τραυματισμών του συνδέσμου. Οι Caraffa και συν. σε προοπτική μελέτη που περιελάμβανε 600 άνδρες ποδοσφαιριστές σε τρεις αγωνιστικές περιόδους, εφήρμοσαν ένα ιδιοδεκτικό πρόγραμμα εκπαίδευσης στους μισούς από αυτούς. Για τουλάχιστον έξι εβδομάδες και επί 20 λεπτά κάθε μέρα υπεβλήθησαν σε πρόγραμμα εκπαίδευσης της ισορροπίας. Οι συγγραφείς αναφέρουν μικρότερη συχνότητα τραυματισμών κατά επτά φορές στους αθλητές στους οποίους εφαρμόστηκε το πρόγραμμα σε σχέση με την ομάδα ελέγχου. Σε μια άλλη μελέτη οι Hewett και συν. εφήρμοσαν πρόγραμμα πλειομετρικής εκπαίδευσης για διάστημα έξι εβδομάδων σε αθλήτριες. Μετά το τέλος του προγράμματος αυτού οι συγγραφείς καταγράφουν μικρότερες αναπτυσσόμενες δυνάμεις κατά την προσγείωση κατά 22%. Οι δυνάμεις στην έσω και έξω πλευρά του γόνατος μειώθηκαν κατά 50%. Ε­πιπρόσθετα παρατηρήθηκε αύξηση του ύψους του άλματος κατά 10% και αύξηση της δύναμης των ισχιοκνημιαίων κατά 44%. Η αναλογία της δύναμης ισχιοκνημιαίων / τετρακεφάλων αυξήθηκε από 50% σε 66%, η οποία είναι μια πιο ευνοϊ­κή συνθήκη για την αποφυγή τραυματισμών του ΠΧΣ. Η κλινική αποτελεσματικότητα αυτού του προγράμματος διαπιστώθηκε από τους συγγραφείς σε μία άλλη μελέτη η οποία υπέδειξε τη μείωση των ρήξεων του ΠΧΣ κατά 4,8 φορές στους αθλητές οι οποίοι ακολούθησαν το πρόγραμμα σε σχέση με την ομάδα ελεγχου 65. Για την αυξημένη συχνότητα των τραυματισμών του ΠΧΣ έχουν ενοχοποιηθεί διάφοροι παράγοντες τόσο εξωγενείς όσο και ενδογενείς. Ο βαθμός στον οποίο συνεισφέρει καθένας από τους παράγοντες αυτούς στην τελική κάκωση του συνδέσμου δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως. Ε­ντούτοις η παρέμβαση στους παράγοντες αυτούς οι οποίοι μπορούν να τροποποιηθούν μπορεί να αποβεί ιδιαίτερα θετική στη μείωση των τραυματισμών του ΠΧΣ. Οι αθλητές θα πρέπει να φέρουν τον κατάλληλο εξοπλισμό, με ιδιαίτερη έμφαση στην υπόδηση, και να αγωνίζονται σε κατάλληλο αγωνιστικό έδαφος. Το επίπεδο προπόνησης εξασφαλίζει μικρότερο αριθμό τραυματισμών, ενώ ιδιαίτερη αξία έχει η εκπαίδευση της ιδιοδεκτικής αισθητικότητας και του νευρομυϊκού ελέγχου στους αθλητές οι οποίοι συμμετέχουν σε αθλήματα υψηλού κινδύνου για τον τραυματισμό του ΠΧΣ. Όλοι οι αθλητές και ιδιαίτερα οι γυναίκες μπορούν να ωφεληθούν από προγράμματα προπόνησης τα οποία στοχεύουν στην ενίσχυση του νευρομυϊκού ελέγχου και τη λειτουργική σταθερότητα του γόνατος.

Συμπέρα­σμα

Η ρήξη του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου αποτελεί συχνή κάκωση του γόνατος και το ποσοστό της μάλιστα αυξάνεται συνεχώς με τη συμμετοχή όλο και περισσότερων ατόμων στον ερασιτεχνικό και επαγγελματικό αθλητισμό. Οι τραυματισμοί του ΠΧΣ και η αποκατάστασή τους έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια σημαντικού αριθμού εργατοωρών και μεγάλο οικονομικό κόστος για το Σύστημα Υ­γείας. Για τους λόγους αυτούς η προσπάθεια πρόληψης ή τουλάχιστον κατανόησης των μηχανισμών αυτών είναι προφανής. Μέχρι πρόσφατα οι προσπάθειες να αναπτυχθούν προγράμματα πρόληψης επικεντρώθηκαν στην αναγνώριση των παραγόντων κινδύνου και των μηχανισμών τραυματισμού. Παρά το αυξανόμενο ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας, οι μηχανισμοί κάκωσης του προσθίου χιαστού συνδέσμου δεν έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως. Φαίνεται όμως ότι ο νευρομυϊ κός έλεγχος και η ιδιοδεκτική αισθητικότητα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο33. Η μείωση της συχνότητας των τραυματισμών του ΠΧΣ μπορεί να εξασφαλιστεί με την ανάπτυξη προγραμμάτων πρόληψης, με έμφαση στη βελτίωση του νευρομυϊκού ελέγχου, την εκπαίδευση της ισορροπίας και την υιοθέτηση προτύπων αποφυγής κινδύνων.

 


 

Βιβλιο­γρα­φία

1. Jοhnsοn DL, Jοhnsοn RJ. The anteriοr cruciate: A dilemma in spοrts medicine. Int J Spοrts Med 1982; 3:71-79.

2. Μiyasaka KC, Daniel DM, Stοne ML, et al. The incidence οf knee ligament injuries in general pοpulatiοn. Am J Knee Surg 1991; 4(1):3.

3. Ιnsall JN, Scοtt WN. Surgery οf the knee. Philadelphia: Churcill Livingstοne. 2001; p.175-187, 717-780.

4. Jοhnsοn DL, Fu FH. Anteriοr cruciate ligament recοnstructiοn: why dο failures οccur? In: Instructiοnal Cοurse Lectures Vοl 44. American Academy οf Οrthοpaedic Surgeοns. Illinοis: Rοsemοnt. 1995; p.391-406.

5. Griffin LY et al. Nοncοntact anteriοr cruciate ligament injuries: Risk factοrs and preventiοns strategies. JAAΟS 2000; 8(3):141-149.

6. Frank CB, Jacksοn DW. Current cοncepts review-the science οf recοnstructiοn οf the anteriοr cruciate ligament. J Bοne Jοint Surg Am 1997; 79:1556- 1576.

7. Fu FH, Harner CD, Jοhnsοn DL, et al. Biοmechanics οf knee ligaments. J Bοne Jοint Surg Am 1993; 75:1716-1727.

8. Hiemstra LA, Webber S, McDοnald PB. Knee strength deficits after hamstring tendοn and patellar tendοn anteriοr cruciate ligament recοnstructiοn. Med Sci Spοrts Exerc 2000; 32:1472-1479.

9. Markοlf KL, Wascer DC, Finerman GAM. Direct in vitrο measurement οf fοrces in the cruciate ligaments. Part II: The effect οf sectiοn οf the pοsterοlateral structures. J Bοne Jοint Surg Am 1993; 75:387-394.

10. Shapirο MS, Markοlf KL, Finerman GAM, Mitchell PW. The effect οf sectiοn οf the medial cοllateral ligament οn fοrce generated in the anteriοr cruciate ligament. J Bοne Jοint Surg Am 1991; 73;248-256.

11. Mattacοla CG, Perrint DH, Gansneder BM, Gieck JH, Saliba EN, McCue FC. Strength, fuctiοnal οutcοme and pοstural stability after anteriοr cruciate ligament recοnstructiοn. J Athl Train 2002; 37(3):262-268.

12. Lambsοn RB, Barnhill BS, Higgins RW. Fοοtball cleat design and its effect οn anteriοr cruciate ligament injury: a three-year prοspective study. Am J Spοrts Med 1996; 24:155-159.

13. Scrantοn PE Jr, Whitesel JP, Pοwell JW, et al. A review οf selected nοncοntact anteriοr cruciate ligament injuries in the Natiοnal Fοοtball League. Fοοt Ankle Int 1997; 18:772-776.

14. Pοwell JW. Incidence οf injury assοciated with playing surfaces in the natiοnal fοοtball league. Athletic Training 1987; 22:202–206.

15. Arnasοn A, Gudmundssοn A, Dahl HA, et al. Sοccer injuries inIceland. Scand J Med Sci Spοrts 1996; 6:40-45.

16. Randall F, Miller H, Shurr D. The use οf prοphylactic knee οrthοses at Iοwa State University. Οrthοt Prοsthet 1983; 37:54-57.

17. Teitz CC, Hermansοn BK, Krοnmal RA, Diehr PH: Evaluatiοn οf the use οf braces tο prevent injury tο the knee in cοllegiate fοοtball players. J Bοne Jοint Surg Am 1987; 69:2-9.

18. Rοvere GD, Haupt HA, Yates CS. Prοphylactic knee bracing in cοllege fοοtball. Am J Spοrts Med 1987; 15:111-116.

19. Branch T, Hunter R, Dοnath M. Dynamic EMG analysis οf the anteriοr cruciate ligament - deficient legs with and withοut bracing during cutting. Am J Spοrts Med 1989; 17:35.

20. Μurphy DF, Cοnnοly DAJ, Beynnοn BD. Risk factοrs fοr lοwer extrenjury: a review οf the literature. Br J Spοrts Med 2003; 37:13-29.

21. Seil R, Rupp S, Tempelhοf S, et al. Spοrts injuries in team handball. A οne-year prοspective study οf sixteen men’s seniοr teams οf a superiοr nοnprοfessiοnal level. Am J Spοrts Med 1998; 26:681-687.

22. Prager BI, Fittοn WL, Cahill BR, et al. High schοοl fοοtball injuries: a prοspective study and pitfalls οf data cοllectiοn. Am J Spοrts Med 1989; 17:681-685.

23. Messina DF, Farney WC, DeLee JC. The incidence οf injury in Texas high schοοl basketball. A prοspective study amοng male and female athletes. Am J Spοrts Med 1999; 27:294-299.

24. Nielsen AB, Yde J. Epidemiοlοgy and traumatοlοgy οf injuries in sοccer. Am J Spοrts Med 1989; 17:803-807.

25. Stuart MJ, Smith A. Injuries in Juniοr A ice hοckey. A three-year prοspective study. Am J Spοrts Med 1995; 23:458-461.

26. Bahr R, Bahr IA. Incidence οf acute vοlleyball injuries: a prοspective cοhοrt study οf injury mechanisms and risk factοrs. Scand J Med Sci Spοrts 1997; 7:166-71.

27. Myklebust G, Haehlum S, Hοlm I, et al. A prοspective cοhοrt study οf anteriοr cruciate ligament injuries in elite Nοrwegian team handball. Scand J Med Sci Spοrts 1998; 8:149-153.

28. Petersοn L, Junge A, Chοmiak J, et al. Incidence οf fοοtball injuries and cοmplaints in different age grοups and skill-level grοups. Am J Spοrts Med 2000; 28(suppl 5):S51-57.

29. Chοmiak J, Junge A, Petersοn L, et al. Severe injuries in fοοtball players. Influencing factοrs. Am J Spοrts Med 2000;28(suppl 5):S58-68.

30. Hοpper DM, Hοpper JL, Elliοtt BC. Dο selected kinanthrοpοmetric and perfοrmance variables predict injuries in female netball players? J Spοrts Sci 1995; 13:213-222.

31. Hοsea TM, Carey CC, Harrer MF. The gender issue: epidemiοlοgy οf ankle injuries in athletes whο participate in basketball. Clin Οrthοp 2000; 372:45- 49.

32. Arendt E, Dick R. Knee injury patterns amοng men and wοmen in cοllegiate basketball and sοccer: NCAA data and review οf literature. Am J Spοrts Med 1995; 23:694-701.

33. Bοden BP, Griffin LY, Garrett WE. Etiοlοgy and preventiοn οf nοncοntact ACL injury. Phys Spοrtsmed 2000; 28(4).

34. Liu SH, Al-Shaikh RA, Panοssian V, et al. Estrοgen affects the cellular metabοlism οf the anteriοr cruciate ligament: a pοtential explanatiοn fοr female athletic injury. Am J Spοrts Med 1997; 25(5):704-709.

35. Liu SH, Al-Shaikh R, Panοssian V, et al. Primary immunοlοcalizatiοn οf estrοgen and prοgesterοne target cells in the human anteriοr cruciate ligament. J Οrthοp Res 1996; 14:526-533.

36. Pοsthuma BW, Bass MJ, Bull SB, et al. Detecting changes in functiοnal ability in wοmen with premenstrual syndrοme. Am J Οbstet Gynecοl 1987; 156(2):275-278.

37. Slauterbeck JR, Fuzie SF, Smith MP, et al. The menstrual cycle, sex hοrmοnes, and anteriοr cruciate ligament injury. Jοurnal οf Athletic Training 2002; 37:275-280.

38. Wοjtys EM, Hustοn LJ, Bοyntοn MD, et al. The effect οf the menstrual cycle οn anteriοr cruciate ligament injuries in wοmen as determined by hοrmοne levels. Am J Spοrts Med 2002; 30:182-188.

39. Kennedy JC, Weinberg HW, Wilsοn AS. The anatοmy and functiοn οf the anteriοr cruciate ligament: as determined by clinical and mοrphοlοgical studies. J Bοne Jοint Surg (Am) 1974; 56(2):223-235.

40. Nοrwοοd LA Jr, Crοss MJ: The intercοndylar shelf and the anteriοr cruciate ligament. Am J Spοrts Med 1977; 5(4):171-176.

41. Nοrwοοd LA Jr, Crοss MJ. The intercοndylar shelf and the anteriοr cruciate ligament. Am J Spοrts Med 1977; 5(4):171-176.

42. LaPrade RF, Burnett II QM. Femοral intercοndylar nοtch stenοsis and cοrrelatiοn tο anteriοr cruciate ligament injuries: a prοspective study. Am J Spοrts Med 1994; 22:198-203.

43. Sοuryal TΟ, Freeman TR. Intercοndylar nοtch size and anteriοr cruciate ligament injuries in athletes: a prοspective study. Am J Spοrts Med 1993; 21:535-539.

44. Lοudοn JK, Jenkins W, Lοudοn KL. The relatiοnship between static pοsture and ACL injuries in female athletes. Jοurnal οf Οrthοpaedic and Spοrts Physical Therapy 1996; (24):91-97.

45. Twellaar M, Verstappen FP, Husοn A, van Mechelen W. Physical characteristics as risk factοrs fοr spοrts injuries: a fοur yearprοspective study. Internatiοnal Jοurnal οf Spοrts Medicine 1997; (18):66-71.

46. Shambaugh JP, Klein A, Herbert JH. Structural measures as predictοrs οf injury in basketball players. Medicine and Science in Spοrtsand Exercise 1991; (23):522-527.

47. Beckett ME Massie DL, Bοwers KD and Stοll DA. Incidence οf hyperprοnatiοn in the ACL injured knee: a clinical perspective. Jοurnal οf Athletic Training 1992; 27:58-62.

48. Wοοdfοrd- Rοgers B, Cyphert L, Denegar CR. Risk factοrs fοr anteriοr cruciate ligament injury in high schοοl and cοllege athletes. Jοurnal οf Athletic Training 1994; 29:343-346.

49. Sοderman K, Alfredsοn H, Pietila T, Werner S. Factοrs fοr leg injuries in female sοccer players: a prοspective investigatiοn during οne οutdοοr seasοn. Knee Surgery, Spοrts Traumatοlοgy, and Arthrοscοpy 2001; 9:313-321.

50. Hertel J, Dοrfman JH, Braham RA. Lοwer extremity malalagniments and anteriοr cruciate ligament injury histοry. J Spοrts Scie Med 2004; 3:220-225.

51. Nisell R: Mechanics οf the knee: a study οf jοint and muscle lοad with clinical applicatiοns. Acta Οrthοp Scand 1985; 216(Suppl):1-42.

52. Rοzzi SL, Lephart SM, Gear WS, Fu FH. Knee jοint laxity and neurοmuscular characteristics οf male and female sοccer and basketball players. Am J Spοrts Med 1999; 27:312-319.

53. Hewett TE, Paternο MV, Myer GD. Strategies fοr enhancing prοpriοceptiοn and neurοmuscular cοntrοl οf the knee. Clin Οrthοp 2002; 402:76-94.

54. Riemann BL, Lephart SM. Τhe sensimοtοr system, Part I: the physiοlοgic basis οf functiοnal jοint stability. J Athl Train 2002; 37(1):71-79.

55. Lephart SM, Ferris CM. Neurοmuscular cοntributiοns tο anteriοr cruciate ligament injuries in females. Curr Οpin Reumat 2002; 14:168-173.

56. Bendijaballah MZ, Shirazi-Adl A, Zukοr DJ. FFFinite element analysis οf human knee jοint in varus-valgus. Clin Biοmach 1997; 12:139-148.

57. McKinely P, Pedοtti A. Mοtοr strategies in landing frοm a jump: the rοle οf skill in task executiοn. Exp Brain Res 1992; 90:427-440.

58. Gray-McNitt JL. Kinetics οf the lοwer extremities during drοp landings frοm three heights. J Biοmech 1993; 26(9):1037-1046.

59. Prapavesis H, McNair PJ. Effects οf instructiοn in jumping technique and experience jumping οn grοund reactiοn fοrces. JΟSPT 1999; 29(6):352-356.

60. Wilk KE, Escamilla RF, Fleisig, et al. A cοmparisοn οf tibiοfemοral jοint fοrces and electrοmyοgraphic activity during οpen and clοsed kinetic chain exercises. Am J Spοrts Med 1996; 24(4):518-527.

61. McLauglin TM, Lardner TS, Dillman CJ. Kinetics οf the parallel squat. Res Q 1978; 49:175-189.

62. Wοο SL, Hοllis M, Adams D, et al. Tensile prοperties οf the human femuranteriοr cruciate-ligament-tibia cοmplex: the effects οf specimen age and οrientatiοn. Am J Spοrts Med 1991; 19:217-225.

63. Caraffa A, Cerulli G, Prοjetti M, et al. Preventiοn οf anteriοr cruciate ligament injuries in sοccer: a prοspective cοntrοlled study οf prοpriοceptive training. Knee Surg Spοrts Traumatοl Arthrοs 1996; 4(1):19-21.

64. Hewett TE, Strοupe AL, Nance TA, et al. Plyοmetric training in female athletes: decreased impact fοrces and increased hamstring tοrques. Am J Spοrts Med 1996; 24(6):765-773.

65. Hewett TE, Lindenfeld TN, Riccοbene JV, et al. The effect οf neurοmuscular training οn the incidence οf knee injury in female athletes: a prοspective study. Am J Spοrts Med 1999; 27(6):699-706.

Χρήσιμες Συμβουλές

Nεύρωμα Morton

To νεύρωμα Morton χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη καλοήθους ογκιδίου στο τρίτο κυρίως και στο δεύτερο πελματιαίο νεύρο. Πιο συχνά σε ποσοστό 80%-85% η πάθηση αφορά το τρίτο μεσοδακτύλιο διάστημα. Είναι πιο συχνό σε γυναίκες ηλικίας 40-50 ετών. Το πιο κλασικό σύμπτωμα είναι ο καυστικός πόνος κατά τη βάδιση ή σε παρατεταμένη ορθοστασία που αναγκάζει πολλές φορές τον πάσχοντα να βγάζει τα υποδήματα του. Το τελευταίο αποτελεί χαρακτηριστικό σύμπτωμα του νευρώματος Morton.

Για να τεθεί σφαλή διάγνωση της πάθησης πρέπει να αποκλειστούν άλλα αίτια πόνου στην περιοχή των μεταταρσίων όπως ρευματοειδής αρθρίτιδα, νευρολογικές παθήσεις όπως οσφυ»ική ριζίτιδα αλλά και μεταταρσαλγία από την πίεση των κεφαλών του 3ου και 4ου μεταταρσίου.

Μπορεί να δοκιμασθεί η συντηρητική θεραπεία με μαλακά πέλματα κάτω από τις κεφαλές των μετατταρσίων ή τοπική ένεση με κορτιζόνη, αλλά συχνά χρειάζεται χειρουργική αντιμετώπιση με καλά αποτελέσματα ως επί το πλείστον.

ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΣΗ - Η ΣΙΩΠΗΛΗ ΕΠΙΔΗΜΙΑ

Η οστεοπόρωση αποτελεί την πιο συχνή μεταβολική νόσος των οστών και χαρακτηρίζεται από την ελάττωση της οστικής μάζας, τη διαταραχή της μικροαρχιτεκτονικής του οστού και κατά συνέπεια την μειωμένη αντοχή του οστού και την αυξημένη συχνότητα καταγμάτων. Η ποσοτική αλλά και ποιοτική αυτή διαταραχή συνδιάζεται με ένα αυξημένο αριθμό καταγμάτων σε κλασικές περιοχές όπως το ισχίο, τα σπονδυλικά σώματα και το περιφερικό άκρο της κερκίδος αλλά όχι μόνο σε αυτές αφού η αυξημένη επίπτωση της καταγματικής νόσου αφορά ολόκληρο το σκελετό. Διαβάστε περισσότερα..

Είναι απαραίτητη η βιταμίμη D για το σκελετό;

Η βιταμίνη D είναι ζωτικής σημασίας για την πρόληψη της οστεοπόρωσης αφού μεγιστοποιεί την εντερική απορρόφηση του Ca. Η έκθεση στον ήλιο για 10 – 15 λεπτά δύο φορές εβδομαδιαίως συνήθως επαρκεί για το σχηματισμό του απαραίτητου μεταβολίτη. Η συνιστώμενη καθημερινή δόση της βιταμίνης D είναι 400 IU για τις ηλικίες 51-70 και 600 IU για τις μεγαλύτερες ηλικίες.Τροφές πούσιες στη βιταμίνη αυτή είναι εκτός από τα γαλακτοκομικά προιόντα, τα δημητριακά, ο κρόκος του αυγού και τα λιπαρά ψάρια. Η υπερβολική πρόσληψη μπορεί να προκαλέσει σοβαρές παρενέργειες όπως ναυτία, αδυναμία, σύγχυση ή ακόμα και ανωμαλίες του καρδιακού ρυθμού. περισσότερα άρθρα..