Text Size

Συμβουλες - Χρησιμές Συμβουλές

Η οστεοαρθρίτιδα είναι η πιο συχνή μορφή αρθρίτιδας.

Χαρακτηρίζεται ως η οξεία ή χρόνια πάθηση μιας άρθρωσης, η οποία συνοδεύεται από μια σειρά αλλοιώσεων στα ανατομικά στοιχεία της άρθρωσης, με τελική συνέπεια τον περιορισμό της λειτουργικότητάς της.
Συχνότερα προσβάλλεται το γόνατο, το ισχίο, η σπονδυλική στήλη και οι αρθρώσεις των δακτύλων των χεριών, ενώ η πάθηση μπορεί να αφορά ακόμη σε άλλες αρθρώσεις όπως ο ώμος, η ποδοκνημική και ο αγκώνας.
Η οστεοαρθρίτιδα του γόνατος είναι η πιο συχνή συμπτωματική οστεοαρθρίτις στις Δυτικές χώρες. Ακτινολογικά ευρήματα εγκατεστημένης ΟΑ του γόνατος έχουν καταγραφεί στο 80% του πληθυσμού και στα δύο φύλα, ενώ περίπου το 1/3 από αυτούς είναι συμπτωματικοί.
Ο σχετικός κίνδυνος να οδηγηθεί κάποιος ασθενής με τη νόσο αυτή σε αναπηρία, είναι παρόμοιος με τον κίνδυνο που αντιμετωπίζουν όσοι πάσχουν από καρδιακές παθήσεις, ενώ είναι μεγαλύτερος από αυτόν άλλων παθήσεων που συναντάμε στους ηλικιωμένους.
Η μεγάλη επίπτωση της πάθησης και η σοβαρότητα των επιπτώσεών της συνεπάγεται ένα αυξημένο κόστος για την αντιμετώπισή της. Χαρακτηριστικό είναι ότι ένα ποσοστό 0.5 -0.7 στους 1000 ασθενείς (μεγαλύτερους από 65 ετών) υποβάλλεται σε ολική αρθροπλαστική του γόνατος στις ευρωπαϊκές χώρες κάθε χρόνο.
Η πάθηση χαρακτηρίζεται από ευαισθησία στην πίεση, διόγκωση της άρθρωσης, χαρακτηριστικό κριγμό κατά την κίνηση, δυσκαμψία και παραμόρωση.
Σε αντίθεση με τη ρευματοειδή αρθρίτιδα και άλλες φλεγμονώδεις παθήσεις, η φλεγμονή όταν είναι παρούσα είναι συνήθως ήπια και περιορίζεται στην πάθηση που πάσχει.
Στην περίπτωση της οστεοαρθρίτιδας του ισχίου ή του γόνατος, η βάδιση είναι επώδυνη και η λειτουργικότητα του κάτω άκρου περιορίζεται συνεχώς με την επιδείνωση των οστεοαρθριτικών αλλοιώσεων, ενώ σε προχωρημένα στάδια της νόσου πόνος υπάρχει ακόμη και στην ηρεμία.
Η οστεοαρθρίτιδα είναι πολυπαραγοντικής αιτιολογίας πάθηση. Ενοχοποιούνται ιδιοσυστασιακοί παράγοντες όπως το φύλο, η ηλικία, η παχυσαρκία και η κληρονομικότητα, ενώ στην εμφάνισή της μπορούν να συμβάλλουν και παράγοντες όπως το τραύμα, η απασχόληση και οι ανατομικές παρεκλίσεις του κάτω άκρου του πάσχοντα.
Το τελικό αποτέλεσμα από την εφαρμογή των αυξεμένων φορτίσεων στον αρθρικό χόνδρο και το υποχόνδριο οστό είναι οι βιομηχανικές αλλαγές τόσο στον χόνδρο όσο και στον υμένα της άρθρωσης.

Θεραπεία

Για την αντιμετώπιση της πάθησης έχουν προταθεί μια μεγάλη σειρά από φαρμακολογικές όσο και μη φαρμακολογικές θεραπείες. Έτσι, για την ελαχιστοποίηση των συμπτωμάτων της πάθησης και την πρόληψη των συνεπειών της έχουν χρησιμοποιηθεί μη φαρμακολογικές παρεμβάσεις, όπως:

  1. η άσκηση,
  2. η εκπαίδευση,
  3. η αλλαγή τρόπου ζωής,
  4. η απώλεια βάρους,
  5. η χρήση ορθωτικών και ανατομικών πελμάτων,
  6. η βοτανοθεραπεία,
  7. ο βελονισμός,
  8. η υδροθεραπεία,

καθώς η χρήση και άλλων φυσικών μέσων όπως οι υπέρηχοι, το Laser, τα διακοπτόμενα ηλεκτρομαγνητικά πεδία, η θερμοθεραπεία, η κρυοθεραπεία και ο Διαδερμικός Ηλεκτρικός Νευρικός Ερεθισμός (ΤENS).
Ως φαρμακευτική θεραπεία έχουν χρησιμοποιειθεί φαρμακευτικές ουσίες όπως:

  1. η παρακεταμόλη,
  2. τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη,
  3. τα οπιοειδή αναλγητικά, ψυχοτρόπα φάρμακα,
  4. η θεϊική χονδροιτίνη,
  5. η γλουκοζαμίνη,
  6. τα τοπικά αντιφλεγμονώδη,
  7. η καπσαϊσίνη κ.ά.,

ενώ, επίσης, στη διεθνή βιβλιογραφία διάφορες εργασίες αναφέρονται στην ενδοαρθρική έγχυση φαρμάκων όπως το υαλουρονικό οξύ και τα κορτικοστεροειδή.

Χειρουργικές παρεμβάσεις

Αν αποτύχουν τα συντηρητικά αυτά μέσα απαιτούνται χειρουργικές παρεμβάσεις όπως η αρθροσκόπηση, η οστεοτομία και η αρθροπλαστική.
Στην περίπτωση της οστεορθρίτιδας του γόνατος, εναλλακτική χειρουργική αντιμετώπιση της ολικής αρθροπλαστικής της άρθρωσης του γόνατος είναι η μονοδιαμερισματική αρθροπλαστική στην περίπτωση της αρθρίτιδας ενός διαμερίσματος.
Γενικά, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Εταιρείας αντιμετώπισης των Ρευματικών Παθήσεων (ΕULAR), από το 2003 οι εφαρμοζόμενες θεραπείες θα πρέπει να προσαρμόζονται σύμφωνα με παράγοντες κινδύνου, οι οποίοι χαρακτηρίζουν τον ασθενή, όπως η παχυσαρκία ή η φυσική δραστηριότητα και λαμβάνοντας υπόψιν γενικούς παράγοντες κινδύνου, όπως η συνοσηρότητα, η πολυφαρμακία και η ηλικία.
Το επίπεδο άλγους και έκπτωσης της λειτουργικότητας επηρεάζει επίσης τη θεραπευτική προσέγγιση όπως και τα σημεία φλεγμονής για παράδειγμα το οίδημα. Επίσης το επίπεδο βλάβης της άρθρωσης καθορίζει τη θεραπευτική παρέμβαση.

Πηγή: www.medisense.gr